Άσκηση ποινικής δίωξης χωρίς ποινικό αδίκημα

Η περίπτωση του άρ. 49 νέου Κ.Ο.Κ.

Παρατηρείται ότι ασκείται ποινική δίωξη (τουλάχιστον στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών) για παράβαση του άρ. 49§4 εδ. β΄-α΄ Ν. 5209/2025 (νέος ΚΟΚ), ήτοι ότι αντιμετωπίζεται ως ειδικό ποινικό αδίκημα εάν οδηγός οχήματος (α) συμπεριφέρεται με πράξεις ή λόγια (α.1) υβριστικά ή (α.2) απειλητικά προς τα όργανα που εκτελούν υπηρεσία τροχαίας κίνησης, (β) παρεμβάλλει δυσχέρειες στο έργο αυτών κατά τη βεβαίωση παραβάσεων του παρόντος Κώδικα και (γ) δίνει ψευδή στοιχεία ταυτότητας ή στοιχεία σχετικά με την κυκλοφορία του οχήματός του.

Εντούτοις, στην παρ. 4 του ανωτέρω άρθρου διαβάζουμε: «Η παράβαση των παρ. 1 [σ.σ. η μη συμμόρφωση με σήματα στάσης] και 3 [σ.σ. θα αναφερθούμε άλλη φορά στην ακατανόητη αναφορά του νομοθέτη στην παρ.3], και η παράβαση εκείνου που αρνείται να επιδείξει κάθε στοιχείο σχετικό με την κυκλοφορία του οχήματός του κατατάσσεται στην κατηγορία Ε3-Β και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι ενός (1) έτους. Στην ίδια κατηγορία κατατάσσεται και η παράβαση για τον οδηγό οχήματος, ο οποίος συμπεριφέρεται με πράξεις ή λόγια, υβριστικά ή απειλητικά προς τα όργανα που εκτελούν υπηρεσία τροχαίας κίνησης ή παρεμβάλλει δυσχέρειες στο έργο αυτών κατά τη βεβαίωση παραβάσεων του παρόντος Κώδικα ή δίνει ψευδή στοιχεία ταυτότητας ή στοιχεία σχετικά με την κυκλοφορία του οχήματός του».

Θα συμφωνήσω· δεν υπάρχει νόμος που να μην χρειάζεται ερμηνεία. Αλλά απορώ τι δυσκολεύει κάποιον να καταλάβει ότι οι συμπεριφορές που περιγράφονται στο ανωτέρω δεύτερο εδάφιο της παρ. 4 του άρ. 49 νέου ΚΟΚ τιμωρούνται (κατά τον νέο ΚΟΚ) μόνον ως  διοικητικές παραβάσεις, όπως προκύπτει από τις πρώτες λέξεις της φράσης «Στην ίδια κατηγορία κατατάσσεται και η παράβαση […]», από τις οποίες καθίσταται σαφές ότι για την περιγραφόμενη παράβαση που ακολουθεί προβλέπεται η επιβολή των διοικητικών κυρώσεων του άρ. 108 του ίδιου νόμου και σαφέστατα ΔΕΝ τυποποιείται ποινικό αδίκημα. Αν αυτό δεν ήταν σαφές από το γεγονός ότι… απλώς δεν προβλέπεται ποινική κύρωση, θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό από απλή αντιπαραβολή με το πρώτο εδάφιο, όπου προβλέπεται σωρευτικά η επιβολή ποινικής (με την απειλή φυλάκισης) και διοικητικής (με την ένταξη των παραβάσεων σε μία από τις κατηγορίες του άρ. 108) κύρωσης.

Υ.Γ.: Ανεξαρτήτως των ανωτέρω και του ότι ασκούνται διώξεις και ενδεχομένως ακολουθούν καταδίκες και επιβάλλονται ποινές βασισμένες σε ανύπαρκτη ποινική διάταξη, ας υπενθυμίσουμε ότι (α) για την απειλητική ή υβριστική συμπεριφορά δύνανται να εφαρμοσθούν οι διατάξεις των άρ. 333§1 και 361§1 ΠΚ περί απειλής  και εξύβρισης, εφόσον υποβληθεί (ατελώς, κατ’ άρ. 53§1 εδ. τελ. ΚΠΔ) έγκληση από το δικαιούμενο προς τούτο όργανο της τροχαίας, (β) για την παρεμβολή δυσχερειών στη βεβαίωση παραβάσεων δύνανται -υπό προϋποθέσεις- να εφαρμοσθούν οι διατάξεις περί απείθειας ή βίας κατά υπαλλήλων (κατ’ άρ. 169 και 167 ΠΚ αντίστοιχα) και (γ) για την παροχή ψευδών στοιχείων δύναται να εφαρμοσθεί η διάταξη περί ψευδούς αναφοράς στην αρχή (κατ’ άρ. 224§4 ΠΚ). Σε κάθε περίπτωση, όμως, δεν είναι ανεκτό να ασκούνται κυριολεκτικά φανταστικές διώξεις.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *