Ενδοοικογενειακή Βία
Ορισμοί, αδικήματα, ποινική διαδικασία και σχετική νομολογία

Η ποινική αντιμετώπιση των αδικημάτων ενδοοικογενειακής βίας ρυθμίζεται κατά κύριο λόγο από ειδικό ποινικό νόμο (Ν. 3500/2006 όπως έχει τροποποιηθεί), ο οποίος μ.ά. παρέχει τους σχετικούς ορισμούς, προβλέπει τα επιμέρους αδικήματα και εισάγει αποκλίσεις στην ποινική διαδικασία. Στην ενότητα αυτή συγκεντρώνεται το ισχύον (κατά τη στιγμή της συγγραφής) νομοθετικό πλαίσιο, συνοδευόμενο από σχόλια και επιλεγμένη νομολογία.
Οι σχετικές πληροφορίες παρέχονται αποκλειστικά προς το σκοπό ενημέρωσης και δεν συνιστούν νομική συμβουλή. Εάν εμπλέκεστε με οποιονδήποτε τρόπο σε υπόθεση ενδοοικογενειακής βίας, απευθυνθείτε στον δικηγόρο σας ή/και στις αρμόδιες διωκτικές αρχές και υποστηρικτικές δομές.
01.
Έννοια όρων
Ο Ν. 3500/2006, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, θεσπίζει ένα ειδικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας. Σε αυτό το τμήμα παρουσιάζεται η έννοια των όρων του νόμου και το πεδίο εφαρμογής του (άρ. 1 Ν. 3500/2006).
Έννοια ενδοοικογενειακής βίας
Ως ενδοοικογενειακή βία νοείται η τέλεση αξιόποινης πράξης σε βάρος μέλους της οικογένειας ή σε βάρος προσώπου που δέχεται τις υπηρεσίες φορέα παροχής κοινωνικής μέριμνας στον οποίο ο δράστης εργάζεται, σύμφωνα με τα άρθρα 6 (περί σωματικών βλαβών), 7 (περί παράνομης βίας και απειλής) και 9 (περί προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας) του Ν. 3500/2006 και τα άρθρα 299 (ανθρωποκτονία από πρόθεση), 311 (θανατηφόρα σωματική βλάβη), 336 (βιασμός) και 338 (κατάχρηση ανίκανου προς αντίσταση σε γενετήσια πράξη) του Ποινικού Κώδικα.
Έννοια οικογένειας
Οικογένεια είναι η κοινότητα που αποτελείται από συζύγους ή πρόσωπα που συνδέονται με σύμφωνο συμβίωση ή γονείς και συγγενείς πρώτου και δεύτερου βαθμού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας και τα εξ υιοθεσίας τέκνα τους.
Στην οικογένεια περιλαμβάνονται, εφόσον συνοικούν, συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι τετάρτου βαθμού και πρόσωπα των οποίων επίτροπος, δικαστικός συμπαραστάτης ή ανάδοχος γονέας έχει ορισθεί μέλος της οικογένειας, καθώς και κάθε ανήλικο πρόσωπο που συνοικεί στην οικογένεια.
Οι διατάξεις του Ν. 3500/2006 εφαρμόζονται και στους μόνιμους συντρόφους και στα τέκνα, κοινά ή ενός εξ αυτών, στους πρώην συζύγους, στα μέρη συμφώνου συμβίωσης που έχει λυθεί, καθώς και στους πρώην μόνιμους συντρόφους.
Τέλος, ως μέλη της οικογένειας θεωρούνται επιπλέον οι παρέχοντες και οι αποδέκτες υπηρεσιών φορέα παροχής κοινωνικής μέριμνας (άρ. 21 παρ. 2 Ν. 5172/2025)
Έννοια θύματος
Θύμα ενδοοικογενειακής βίας είναι κάθε πρόσωπο που εμπίπτει στην κατά τα ανωτέρω έννοια της οικογένειας σε βάρος του οποίου τελείται αξιόποινη πράξη κατά τα άρθρα 6, 7, και 9 του Ν. 3500/2006.
Θύμα είναι και το μέλος, στην οικογένεια του οποίου τελέσθηκε αξιόποινη πράξη, κατά τα άρθρα 299, 311, 336 και 338 του Ποινικού Κώδικα, καθώς και ο ανήλικος, μέλος της οικογένειας κατά την ανωτέρω έννοια, ενώπιον του οποίου τελείται μία από τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις.
02.
Αδικήματα
ΣΩΜΑΤΙΚΕΣ ΒΛΑΒΕΣ
Προσοχή: Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του Ν. 5090/2024: “για κάθε περίπτωση ενδοοικογενειακής βίας, ο εφαρμοστής θα ανατρέχει αποκλειστικά στις ειδικές διατάξεις του Ν. 3500/2006 και το άρθρο 312 του Ποινικού Κώδικα θα εφαρμόζεται μόνο όταν προκαλείται σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας σε ανήλικο ή σε πρόσωπο που δεν μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό του και εκείνο δεν εμπίπτει ως θύμα ενδοοικογενειακής βίας στο ρυθμιστικό πεδίο του Ν. 3500/2006».
Απλή σωματική βλάβη
Το μέλος της οικογένειας το οποίο προξενεί σε άλλο μέλος αυτής σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, κατά την έννοια του αρ. 308 παρ.1 εδ. α΄ ΠΚ, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.
Σύμφωνα με το άρ. 308 παρ. 1 εδ. α΄ ΠΚ: “Όποιος προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο (2) έτη ή χρηματική ποινή”.
Εντελώς ελαφρά σωματική βλάβη με συνεχή συμπεριφορά
Το μέλος της οικογένειας το οποίο με συνεχή συμπεριφορά προξενεί σε άλλο μέλος αυτής εντελώς ελαφρά κάκωση ή βλάβη της υγείας του, κατά την έννοια του άρ. 308 παρ. 1 εδ. β΄ ΠΚ , τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.
Σύμφωνα με το άρ. 308 παρ. 1 εδ. β΄ ΠΚ: “Αν η κάκωση ή βλάβη της υγείας που του προξένησε είναι εντελώς ελαφρά, τιμωρείται με χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας”.
Επικίνδυνη σωματική βλάβη
Αν η απλή σωματική βλάβη ή η εντελώς ελαφρά σωματική βλάβη με συνεχή συμπεριφορά είναι δυνατόν να προκαλέσει στο θύμα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.
Βαριά μη σκοπούμενη σωματική βλάβη
Αν της σωματικής βλάβης επακολουθήσει βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του θύματος, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.
Βαριά σκοπούμενη σωματική βλάβη
Αν της σωματικής βλάβης επακολουθήσει βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του θύματος και ο υπαίτιος επεδίωκε ή γνώριζε και αποδέχθηκε το αποτέλεσμα της πράξης του, τιμωρείται με κάθειρξη.
Σωματική βλάβη σε βάρος εγκύου ή θύματος που είναι ανίκανο να αντισταθεί ή ενώπιον ανηλίκου μέλους της οικογένειας
Αν η απλή σωματική βλάβη ή η εντελώς ελαφρά σωματική βλάβη με συνεχή συμπεριφορά τελέσθηκε σε βάρος εγκύου ή σε βάρος μέλους της οικογένειας, το οποίο, από οποιαδήποτε αιτία, είναι ανίκανο να αντισταθεί ή αν η πράξη τελέσθηκε ενώπιον ανήλικου μέλους της οικογένειας, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών
Επικίνδυνη σωματική βλάβη σε βάρος εγκύου ή θύματος που είναι ανίκανο να αντισταθεί ή ενώπιον ανηλίκου μέλους της οικογένειας
Αν η επικίνδυνη σωματική βλάβη (κατά την ανωτέρω έννοια) τελέσθηκε σε βάρος εγκύου ή σε βάρος μέλους της οικογένειας, το οποίο, από οποιαδήποτε αιτία, είναι ανίκανο να αντισταθεί ή αν η πράξη τελέσθηκε ενώπιον ανήλικου μέλους της οικογένειας, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών
Μεθοδευμένη πρόκληση έντονου πόνου
Αν η απλή σωματική βλάβη ή η εντελώς ελαφρά σωματική βλάβη με συνεχή συμπεριφορά συνιστά μεθοδευμένη πρόκληση έντονου σωματικού πόνου ή σωματικής εξάντλησης, επικίνδυνης για την υγεία, ή ψυχικού πόνου, ικανού να επιφέρει σοβαρή ψυχική βλάβη, ιδίως με την παρατεταμένη απομόνωση του θύματος, επιβάλλεται κάθειρξη. Αν το θύμα είναι ανήλικος, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών.
ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΒΙΑ
Προσοχή: Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του Ν. 5090/2024: “για κάθε περίπτωση ενδοοικογενειακής βίας, ο εφαρμοστής θα ανατρέχει αποκλειστικά στις ειδικές διατάξεις του Ν. 3500/2006 και το άρθρο 330 του Ποινικού Κώδικα θα εφαρμόζεται μόνο όταν προκαλείται σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας σε ανήλικο ή σε πρόσωπο που δεν μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό του και εκείνο δεν εμπίπτει ως θύμα ενδοοικογενειακής βίας στο ρυθμιστικό πεδίο του Ν. 3500/2006».
Παράνομη βία
Το μέλος της οικογένειας το οποίο εξαναγκάζει άλλο μέλος χρησιμοποιώντας κάθε μορφή βίας ή απειλή με σπουδαίο και άμεσο κίνδυνο σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή χωρίς το θύμα να υποχρεούται προς τούτο τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών, ανεξάρτητα από το αν το απειλούμενο κακό στρέφεται εναντίον του ίδιου του θύματος ή κάποιου από τους οικείους του υπό την έννοια της περίπτωσης β’ του άρθρου 13 του Ποινικού Κώδικα.
ΑΠΕΙΛΗ
Προσοχή: Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του Ν. 5090/2024: “για κάθε περίπτωση ενδοοικογενειακής βίας, ο εφαρμοστής θα ανατρέχει αποκλειστικά στις ειδικές διατάξεις του Ν. 3500/2006 και το άρθρο 333 του Ποινικού Κώδικα θα εφαρμόζεται μόνο όταν προκαλείται σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας σε ανήλικο ή σε πρόσωπο που δεν μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό του και εκείνο δεν εμπίπτει ως θύμα ενδοοικογενειακής βίας στο ρυθμιστικό πεδίο του Ν. 3500/2006».
Απειλή
Το μέλος της οικογένειας το οποίο προκαλεί τρόμο ή ανησυχία σε άλλο μέλος της οικογένειας απειλώντας το με κάθε μορφή βίας ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, τιμωρείται με φυλάκιση.
Απειλή ενώπιον ανηλίκου
Η τέλεση της αμέσως προηγούμενης πράξης ενώπιον ανηλίκου τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών.
Επίμονη καταδίωξη και παρακολούθηση
Όποιος τελεί την πράξη του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1* ή της παρ. 1A** του άρθρου 333 του Ποινικού Κώδικα, περί απειλής, σε βάρος άλλου μέλους της οικογένειας, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών.
* Όποιος προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία με συνεχή συμπεριφορά του πρώτου εδαφίου ή με την επίμονη καταδίωξη ή παρακολούθηση των κινήσεων και των δραστηριοτήτων του, όπως ιδίως με επανειλημμένες επισκέψεις στο οικογενειακό, κοινωνικό ή εργασιακό περιβάλλον αυτού, παρά την εκφρασμένη αντίθετη βούλησή του.
** Όποιος θέτει άλλον υπό παρακολούθηση, συνεχή ή κατ’ επανάληψη, με τη χρήση της τεχνολογίας των πληροφοριών και επικοινωνιών, με σκοπό την ιχνηλάτηση ή την επιτήρηση των κινήσεων και των δραστηριοτήτων του, προκαλώντας σε αυτόν τρόμο ή ανησυχία.
ΠΡΟΣΒΟΛΕΣ ΓΕΝΕΤΗΣΙΑΣ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑΣ
Προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας
Το μέλος της οικογένειας το οποίο προσβάλλει την αξιοπρέπεια άλλου μέλους της, με ιδιαίτερα ταπεινωτικό λόγο ή έργο που ανάγεται στη γενετήσια ζωή του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών.
Προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας κατά ή ενώπιον ανηλίκου
Η τέλεση της αμέσως προηγούμενης πράξης τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών αν ο παθών είναι ανήλικος ή η πράξη τελείται ενώπιόν του.
ΠΑΡΑΚΩΛΥΣΗ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ
Παρεμπόδιση δικαιοσύνης
Η τέλεση των αξιόποινων πράξεων της παρ. 3 του άρθρου 231* του Ποινικού Κώδικα, σχετικά με εγκλήματα του παρόντος νόμου, συνιστά ιδιαίτερα επιβαρυντική περίσταση.
* Άρ. 231 παρ. 3 ΠΚ: “Όποιος παρεμποδίζει την απονομή της δικαιοσύνης, ασκώντας αυθαίρετη παρέμβαση, πριν ή κατά τη διάρκεια έρευνας οποιασδήποτε αρχής ή σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής δίκης, με χρήση σωματικής βίας, απειλής, εκφοβισμού, παραπλάνησης, με κατάχρηση θέσης εξουσίας ή εξάρτησης οποιασδήποτε φύσης ή με υπόσχεση ωφελήματος, έναντι άλλου, προκειμένου αυτός να δώσει ψευδή κατάθεση ή να καθυστερήσει να τη δώσει ή να μεταβάλει την κατάθεσή του ή να αρνηθεί να καταθέσει ή να αποκρύψει, καταστρέψει, αλλοιώσει, αφαιρέσει, αντικαταστήσει αποδεικτικά στοιχεία ή να παρεμποδίσει την πρόσβαση σε αυτά ή τη χρήση τους […]”.
ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΠΕΡΙΟΡΙΣΤΙΚΩΝ ΟΡΩΝ
Παραβίαση περιοριστικών όρων
Όποιος παραβιάζει τον περιοριστικό όρο που του έχει επιβληθεί [ενν. σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του άρ. 18 Ν. 3500/06] τιμωρείται με φυλάκιση.
03.
Ειδικά Ζητήματα
Ποινική Δίωξη
Η ποινική δίωξη για τα εγκλήματα των άρθρων 6 (σωματικές βλάβες), 7 (παράνομη βία και απειλή), 9 (ενδοοικογενειακή προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας) και 10 (παρακώλυση απονομής της δικαιοσύνης) N. 3500/2006 ασκείται αυτεπαγγέλτως.
Υποτροπή
Αν τα εγκλήματα που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 1* έχουν τελεστεί από υπότροπο, τα όρια της ποινής αυξάνονται σύμφωνα με το άρθρο 82Α του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α` 95)**. Υπότροπος θεωρείται όποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα σε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών για αδίκημα ενδοοικογενειακής βίας που τέλεσε εντός των προηγούμενων δέκα (10) ετών από τον χρόνο τέλεσης της πράξης.
* Άρ. 1§1 Ν. 3500/2006: «1. Ενδοοικογενειακή βία, η τέλεση αξιόποινης πράξης, σε βάρος μέλους της οικογένειας ή σε βάρος προσώπου που δέχεται τις υπηρεσίες φορέα παροχής κοινωνικής μέριμνας στον οποίο ο δράστης εργάζεται, σύμφωνα με τα άρθρα 6, 7 και 9 του παρόντος και τα άρθρα 299, 311, 336 και 338 του Ποινικού Κώδικα».
** Άρ. 82Α ΠΚ, ως τροπ. με άρ. 14 Ν. 5090/24: «Εάν έχει τελεστεί έγκλημα κατά παθόντος, η επιλογή του οποίου έγινε λόγω των χαρακτηριστικών φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, θρησκείας, αναπηρίας, γενετήσιου προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου, το πλαίσιο ποινής διαμορφώνεται ως εξής: α) Στην περίπτωση πλημμελήματος, που τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα (1) έτος, το ελάχιστο όριο της ποινής αυξάνεται κατά έξι (6) μήνες. Στις λοιπές περιπτώσεις πλημμελημάτων, το ελάχιστο όριο αυτής αυξάνεται κατά ένα (1) έτος. β) Στην περίπτωση κακουργήματος το ελάχιστο όριο ποινής αυξάνεται κατά δύο (2) έτη. Το παραπάνω πλαίσιο ποινής εφαρμόζεται και όταν τελείται έγκλημα με δόλο σε βάρος ανηλίκου ή προσώπου που δεν μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό του και δεν προβλέπεται βαρύτερο πλαίσιο ποινής από άλλη διάταξη».
Παραγραφή
Αν οι πράξεις των άρθρων 6 (σωματικές βλάβες), 7 (παράνομη βία και απειλή), 9 (ενδοοικογενειακή προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας) Ν. 3500/2006 στρέφονται κατά ανηλίκου, η έναρξη της προθεσμίας παραγραφής αναστέλλεται κατά τα οριζόμενα στην παρ. 4 του άρθρου 113 του Ποινικού Κώδικα*.
* Άρ. 113§4 ΠΚ: «Η προθεσμία της παραγραφής των κακουργημάτων που στρέφονται κατά ανηλίκου αρχίζει από την ενηλικίωση του θύματος. Η προθεσμία της παραγραφής των εγκλημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 323Α, 324 και στο 19ο Κεφάλαιο του Ειδικού Μέρους του παρόντος Κώδικα, όταν αυτά στρέφονται κατά ανηλίκου, αρχίζει ένα (1) έτος μετά από την ενηλικίωση του θύματος, εφόσον πρόκειται για πλημμέλημα, και τρία (3) έτη μετά την ενηλικίωση, εφόσον πρόκειται για κακούργημα».
Μετατροπή και αναστολή ποινής
Στις περιπτώσεις των εγκλημάτων που εμπίπτουν στον παρόντα νόμο, η ανώτερη των δύο (2) ετών στερητική της ελευθερίας ποινή, δεν μετατρέπεται και δεν αναστέλλεται με κανέναν τρόπο, τυχόν δε ασκηθείσα έφεση δεν έχει αναστέλλουσα ισχύ*.
* Αιτ. Έκθ. Ν. 5172/2025: «Στην παρ. 2 […] κρίθηκε σκόπιμη η νομοθετική παρέκκλιση προς το αυστηρότερο των διατάξεων των άρθρων 80Α, 104Α και 99 επ. του Ποινικού Κώδικα και 497 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας […], με την άμεση πραγματική εκτέλεση κάθε δικαστικώς επιβαλλόμενης ποινής (ακόμα και συνολικής) που υπερβαίνει τα δύο (2) έτη, χωρίς δυνατότητα μετατροπής ή αναστολής της με κανέναν τρόπο».
Αυτόφωρη διαδικασία
- Σε κάθε περίπτωση αναβολής της εκδίκασης των αδικημάτων του άρθρου 1 στο πλαίσιο της διαδικασίας των άρθρων 417 έως 427 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αν ο χρόνος αναβολής δεν υπερβαίνει τις τρεις (3) ημέρες, και για λόγους ανωτέρας βίας τις πέντε (5), η κράτηση διατηρείται, εκτός αν το δικαστήριο, αφού ακούσει και το θύμα, κρίνει αιτιολογημένα ότι δεν συντρέχει κίνδυνος τέλεσης νέων αδικημάτων.
- Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 135 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας*, περί μη παραπομπής σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο για αυτόφωρα εγκλήματα σε βάρος δικαστικών λειτουργών, εφαρμόζεται και για όλα τα εγκλήματα του παρόντος.
* Άρθρο 135 ΚΠΔ: «Το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές, όταν: […] ε) ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο. Αν όμως πρόκειται για αυτόφωρα εγκλήματα σε βάρος δικαστικών λειτουργών που στρέφονται κατά της τιμής και της σωματικής ακεραιότητάς τους, δεν διατάσσεται παραπομπή».
Εξέταση μαρτύρων
- Σε υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας, μέλη της οικογένειας εξετάζονται ως μάρτυρες χωρίς όρκο.
- Οι ανήλικοι, κατά την εκδίκαση των υποθέσεων της προηγούμενης παραγράφου, δεν κλητεύονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο, αλλά αναγιγνώσκεται η κατάθεσή τους, εφόσον υπάρχει, εκτός εάν η εξέτασή τους κρίνεται αναγκαία από το δικαστήριο. Ειδικά για τα ανήλικα θύματα ενδοοικογενειακής βίας εφαρμόζεται το άρθρο 227 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας*.
- Το θύμα ενδοοικογενειακής βίας κλητεύεται νόμιμα για μαρτυρία στο δικαστήριο. Αν απουσιάζει το θύμα και το δικαστήριο, κατόπιν σχετικής αίτησής του, κρίνει ότι για λόγους προστασίας της ψυχικής ή σωματικής του υγείας δεν είναι δυνατή η εμφάνισή του, τότε καλείται σε εξέταση με τεχνολογικά μέσα σύμφωνα με το άρθρο 238Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ή αναγιγνώσκεται η κατάθεσή του κατά την προανάκριση, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 363 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας**.
*Άρ. 227 ΚΠΔ, ως τροπ. με Ν. 4623/19, 4855/21 και 5172/25: «1. Κατά την εξέταση ως μάρτυρα του ανήλικου θύματος των πράξεων που αναφέρονται […] στα άρθρα 6, 7 και 9 του ν. 3500/2006 […] διορίζεται και παρίσταται, ως πραγματογνώμων, ιδίως ειδικά εκπαιδευμένος παιδοψυχολόγος ή παιδοψυχίατρος και σε περίπτωση έλλειψής τους, ψυχολόγος ή ψυχίατρος, που υπηρετεί στα Αυτοτελή Γραφεία Προστασίας Ανήλικων Θυμάτων ή, όπου αυτά δεν λειτουργούν, στην αρμόδια Γενική Περιφερειακή Αστυνομική Διεύθυνση, ή που περιλαμβάνεται στον πίνακα πραγματογνωμόνων. Η εξέταση ως μάρτυρα του ανήλικου θύματος διενεργείται στα Αυτοτελή Γραφεία Προστασίας Ανηλίκων Θυμάτων της Εφετειακής Περιφέρειας ή, όπου αυτά δεν λειτουργούν, σε χώρους ειδικά σχεδιασμένους και προσαρμοσμένους για τον σκοπό αυτόν, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση και με όσο το δυνατόν περιορισμένο αριθμό συνεντεύξεων. 2. Ο παιδοψυχολόγος ή ο παιδοψυχίατρος προετοιμάζει τον ανήλικο για την εξέταση […]. Η εξέταση του ανηλίκου διενεργείται από τους προανακριτικούς υπαλλήλους και τους δικαστικούς λειτουργούς διά του παρισταμένου παιδοψυχολόγου ή παιδοψυχιάτρου […]. 3. Οι συνήγοροι των διαδίκων έχουν δικαίωμα […]. 4. Η κατάθεση του ανηλίκου συντάσσεται εγγράφως και καταχωρίζεται και σε ηλεκτρονικό οπτικοακουστικό μέσο. Η ηλεκτρονική προβολή της κατάθεσης του ανηλίκου αντικαθιστά τη φυσική παρουσία του στα επόμενα στάδια της διαδικασίας. 5. Αν δεν είναι δυνατή η ηλεκτρονική προβολή της κατάθεσης του ανηλίκου, η γραπτή κατάθεσή του αναγιγνώσκεται στο ακροατήριο. Αν ο ανήλικος κατά την ακροαματική διαδικασία έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος, μπορεί να παρίσταται αυτοπροσώπως, εφόσον κρίνεται απολύτως αναγκαίο. 6. Μετά την εισαγωγή της υπόθεσης που αφορά σε πράξεις της παρ. 1 στο ακροατήριο, ο εισαγγελέας ή οι διάδικοι μπορούν να ζητήσουν από τον πρόεδρο του δικαστηρίου την εξέταση του ανηλίκου, αν δεν έχει εξετασθεί στην ανάκριση ή πρέπει να εξετασθεί συμπληρωματικά. Αν η αίτηση γίνει δεκτή, η εξέταση του ανηλίκου γίνεται με βάση ερωτήσεις που έχουν τεθεί σαφώς, χωρίς την παρουσία των διαδίκων, στον τόπο όπου αυτός βρίσκεται, από ανακριτικό υπάλληλο που τον διορίζει ο δικαστής που διέταξε την εξέταση. Οι παρ. 1 και 2 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις αυτές. Οι ερωτήσεις τίθενται από το δικαστήριο μετά από ακρόαση του εισαγγελέα και των παριστάμενων διαδίκων και υποβάλλονται στον ανήλικο, εκτός αν κατά την κρίση του παιδοψυχολόγου ή του ψυχιάτρου είναι δυνατόν να επηρεάσουν την ψυχική κατάσταση του ανηλίκου. 7. Οι παρ. 2 και 3 του άρθρου 68 του ν. 4478/2017 (Α΄ 91) εφαρμόζονται και στα ανήλικα θύματα των αναφερομένων στην παρ. 1 πράξεων».
**Άρ. 363§1 ΚΠΔ: «Στις περιπτώσεις που κρίνεται αιτιολογημένα ότι είναι αδύνατη η εμφάνιση ενός μάρτυρα στο ακροατήριο εξαιτίας θανάτου, γήρατος, μακράς και σοβαρής ασθένειας, μη ανεύρεσής του λόγω αδυναμίας εντοπισμού της διεύθυνσης κατοικίας του ή σε όσες άλλες περιπτώσεις ορίζει ο νόμος, διαβάζεται στο ακροατήριο, αν υποβληθεί αίτηση ή αυτεπαγγέλτως, η ένορκη κατάθεσή του που δόθηκε στην προδικασία, εκτός αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 354. Η ανάγνωση της ένορκης κατάθεσης της προδικασίας χωρίς τη συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας». Άρ. 354 ΚΠΔ: «Αν κάποιος μάρτυρας δεν εξετάστηκε καθόλου κατά την προδικασία και δεν είναι δυνατό ή είναι πολύ δύσκολο να εμφανιστεί, το δικαστήριο μπορεί να αναθέσει σε ένα από τα μέλη του ή σε άλλο δικαστή την εξέταση του μάρτυρα στον τόπο όπου διαμένει ή και στο σπίτι του, αν διαμένει στην έδρα του δικαστηρίου. Στην εξέταση αυτή, που μπορεί να γίνει και με διακοπή της δίκης (άρθρο 353 παρ. 4), εφαρμόζονται όσα ορίζει το άρθρο 328. Με ποινή ακυρότητας, η κατάθεση του μάρτυρα διαβάζεται στο ακροατήριο (άρθρο 363)».
Ειδικές εξουσίες και αρμοδιότητες Εισαγγελέα
- Ο εισαγγελέας πρωτοδικών που επιλαμβάνεται καταγγελίας για ενδοοικογενειακή βία εξετάζει άμεσα και αυτεπαγγέλτως την περίπτωση εφαρμογής του πέμπτου εδαφίου του άρθρου 1532 του Αστικού Κώδικα*, περί συνεπειών κακής άσκησης της γονικής μέριμνας, και, αν κρίνει ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του, προβαίνει σε σχετική σημείωση στο σώμα της δικογραφίας.
- Για τα αδικήματα του άρθρου 1 ο αρμόδιος εισαγγελέας δύναται, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης, να παραγγέλλει στις υπηρεσίες των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης της περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α` 143), την κατά προτεραιότητα και κατά παρέκκλιση οποιασδήποτε ειδικής ή γενικής διάταξης, απόσπαση ή μετάθεση του υπαλλήλου – θύματος ενδοοικογενειακής βίας, σε θέση αντίστοιχη, λαμβανομένων υπόψιν των τυπικών προσόντων που απαιτούνται από τον φορέα υποδοχής. Για την αξιολόγηση του αιτήματος λαμβάνονται υπόψη ιδίως τα χαρακτηριστικά της αξιόποινης πράξης, ο κίνδυνος για την ασφάλεια του θύματος, η σωματική και ψυχική υγεία του θύματος και των μελών της οικογένειάς του, οι οικογενειακές και οικονομικές ανάγκες του θύματος, καθώς και η αναγκαιότητα αλλαγής εργασιακού περιβάλλοντος. Για την εφαρμογή της παρούσας απαιτείται προηγούμενη αίτηση του θύματος στην υπηρεσία του, η οποία, αφού επισυναφθεί εισήγηση του φορέα υποδοχής, διαβιβάζεται από αυτή, αμελλητί, στον αρμόδιο εισαγγελέα.
Αν ο φορέας υποδοχής δεν αποστείλει την εισήγησή του εντός σαράντα οκτώ (48) ωρών από τη λήψη του αιτήματος, συνάγεται η συμφωνία του. Η απόσπαση ή μετάθεση του υπαλλήλου που πραγματοποιείται κατόπιν της ανωτέρω εισαγγελικής παραγγελίας υλοποιείται υποχρεωτικά με την έκδοση σχετικής απόφασης από το αρμόδιο όργανο διορισμού των ανωτέρω φορέων, το αργότερο εντός ενός (1) μηνός από την κοινοποίηση της εισαγγελικής παραγγελίας. Η απόσπαση ή μετάθεση ισχύει για χρονικό διάστημα ενός (1) έτους από την εμφάνιση στην υπηρεσία, με δυνατότητα ισόχρονης παράτασης με νεότερη εισαγγελική παραγγελία κατά την ανωτέρω διαδικασία και μέχρι τη συμπλήρωση συνολικά τριών (3) ετών.
* Άρ. 1532 ΑΚ. Συνέπειες κακής άσκησης: “Αν ο πατέρας ή η μητέρα παραβαίνουν τα καθήκοντα που τους επιβάλλει το λειτούργημά τους για την επιμέλεια του προσώπου του τέκνου ή τη διοίκηση της περιουσίας του ή αν ασκούν το λειτούργημα αυτό καταχρηστικά ή δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σε αυτό, το δικαστήριο μπορεί, εφόσον το ζητήσουν ο άλλος γονέας ή οι πλησιέστεροι συγγενείς του τέκνου ή ο εισαγγελέας, να διατάξει οποιοδήποτε πρόσφορο μέτρο.
Κακή άσκηση της γονικής μέριμνας συνιστούν ιδίως: α. η υπαίτια μη συμμόρφωση προς αποφάσεις και διατάξεις δικαστικών και εισαγγελικών αρχών που αφορούν το τέκνο ή προς την υπάρχουσα συμφωνία των γονέων για την άσκηση της γονικής μέριμνας, β. η διατάραξη της συναισθηματικής σχέσης του τέκνου με τον άλλο γονέα και την οικογένειά του και η με κάθε τρόπο πρόκληση διάρρηξης των σχέσεων του τέκνου με αυτούς, γ. η υπαίτια παράβαση των όρων της συμφωνίας των γονέων ή της δικαστικής απόφασης για την επικοινωνία του τέκνου με τον γονέα με τον οποίο δεν διαμένει και η με κάθε άλλο τρόπο παρεμπόδιση της επικοινωνίας, δ. η κακή άσκηση και η υπαίτια παράλειψη της άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας από τον δικαιούχο γονέα, ε. η αδικαιολόγητη άρνηση του γονέα να καταβάλει τη διατροφή που επιδικάστηκε στο τέκνο από το δικαστήριο ή συμφωνήθηκε μεταξύ των γονέων, στ. η καταδίκη του γονέα, με οριστική δικαστική απόφαση, για ενδοοικογενειακή βία ή για εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή για εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής.
Το δικαστήριο, στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου, δύναται να αφαιρέσει από τον υπαίτιο γονέα την άσκηση της γονικής μέριμνας ή την επιμέλεια, ολικά ή μερικά, και να την αναθέσει αποκλειστικά στον άλλο γονέα, καθώς επίσης να διατάξει κάθε πρόσφορο μέτρο προς διασφάλιση του συμφέροντος του τέκνου. Αν συντρέχουν στο πρόσωπο και των δύο γονέων οι περιπτώσεις του δευτέρου εδαφίου, το δικαστήριο μπορεί να αναθέσει την πραγματική φροντίδα του τέκνου ή ακόμα και την επιμέλειά του ολικά ή μερικά σε τρίτο ή και να διορίσει επίτροπο.
Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του πρώτου εδαφίου και επίκειται άμεσος κίνδυνος για τη σωματική ή την ψυχική υγεία του τέκνου, ο εισαγγελέας διατάσσει κάθε πρόσφορο μέτρο για την προστασία του, μέχρι την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου, στο οποίο πρέπει να απευθύνεται εντός ενενήντα (90) ημερών, με δυνατότητα αιτιολογημένης παράτασης της προθεσμίας αυτής κατά ενενήντα (90) επιπλέον ημέρες“.
Περάτωση κύριας ανάκρισης
Η διαδικασία του άρθρου 309 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας*, περί περάτωσης κύριας ανάκρισης, κατ’ εξαίρεση εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις κακουργημάτων του παρόντος νόμου, ανεξαρτήτως του καθ’ ύλην δικαστηρίου παραπομπής.
* Άρ. 309 ΚΠΔ: «1. […] μετά την περάτωση της ανάκρισης, η δικογραφία υποβάλλεται από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της υπόθεσης στο ακροατήριο και ότι δεν χρειάζεται να συμπληρωθεί η ανάκριση, προτείνει στον πρόεδρο εφετών να εισαχθεί η υπόθεση, μαζί με τα τυχόν ήσσονος βαρύτητας συναφή εγκλήματα, απευθείας στο ακροατήριο […]»
Κατ’ εξαίρεση επιβολή κατ’ οίκον περιορισμού ή προσωρινής κράτησης
Στα κακουργήματα του Ν. 3500/2006 που τιμωρούνται με ποινή κάθειρξης έως δέκα (10) έτη και σε όσα πλημμελήματα ενδοοικογενειακής βίας προβλέπεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους και έχει ασκηθεί ποινική δίωξη με παραγγελία κυρίας ανάκρισης, επιβάλλεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις, εφόσον κριθεί αιτιολογημένα ότι δεν επαρκούν οι περιοριστικοί όροι κατά τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και τον Ν. 3500/2006, κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση ή, εφόσον κριθεί αιτιολογημένα ότι δεν επαρκεί ούτε αυτός, προσωρινή κράτηση, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 286 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ή με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης και ιδίως όταν η πράξη τελέστηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα ή κατά συρροή ή κατ’ εξακολούθηση ή καθ’ υποτροπή κατά την έννοια του παρόντος νόμου και την εν γένει προσωπικότητα του κατηγορουμένου, κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανόν να διαπράξει και άλλα εγκλήματα. Στα πλημμελήματα το ανώτατο όριο των ανωτέρω μέτρων είναι έως έξι (6) μήνες, μη δυνάμενο να παραταθεί, με ενδιάμεσο έλεγχο της διάρκειας αυτών στους τρεις (3) μήνες. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι γενικές διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για την επιβολή των μέτρων αυτών.
04.
Περιοριστικοί όροι
Στις υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας, περιοριστικοί όροι μπορούν να επιβληθούν με τέσσερις μορφές: (α) Αυτοτελώς ως τέτοιοι (άρ. 18 Ν. 3500/2006), (β) ως παρεπόμενη ποινή (άρ. 10Α παρ. 2 Ν. 3500/2006), (γ) σε συνδυασμό με την αναστολή της ποινής (άρ. 99 παρ. 2-1 και 99 παρ. 5 εδ. α΄-2 ΠΚ) και (δ) σε συνδυασμό με το ανασταλτικό αποτέλεσμα της έφεσης (άρ. 497 παρ. 5 ΚΠΔ).
Α. Επιβολή περιοριστικών όρων ως τέτοιων
Σε αυτή την περίπτωση, οι περιοριστικοί όροι μπορούν να επιβληθούν είτε στο στάδιο της προδικασίας, είτε και στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τα κατωτέρω οριζόμενα στο άρ. 18 Ν. 3500/2006:
1. Σε περίπτωση διαπράξεως εγκλήματος ενδοοικογενειακής βίας είναι δυνατόν, αν υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες κρίνεται απαραίτητο για την προστασία της σωματικής και ψυχικής υγείας του θύματος, να επιβληθούν στον κατηγορούμενο από το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο στο οποίο παραπέμπεται να δικασθεί ή από τον αρμόδιο ανακριτή, ή από το δικαστικό συμβούλιο ή από τον εισαγγελέα που έχει επιληφθεί σε κάθε δικονομικό στάδιο της υπόθεσης, με αιτιολογημένη διάταξή του, κατά της οποίας επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής ενώπιον του συμβουλίου πλημμελειοδικών, και για όσο χρονικό διάστημα απαιτείται, περιοριστικοί όροι, όπως ιδίως η απομάκρυνσή του από την οικογενειακή κατοικία, η μετοίκησή του, η απαγόρευση να προσεγγίζει τους χώρους κατοικίας ή και εργασίας του θύματος, κατοικίες στενών συγγενών του, τα εκπαιδευτήρια των παιδιών και ξενώνες φιλοξενίας, η απαγόρευση κάθε είδους επικοινωνίας με το θύμα, η παράδοση στην οικεία αστυνομική αρχή όπλων που νόμιμα κατέχει, η ηλεκτρονική του επιτήρηση με τη χρήση τεχνολογίας εντοπισμού θέσης και κίνησης, η εμφάνισή του στο οικείο αστυνομικό τμήμα και η παροχή στοιχείων επικοινωνίας διαθέσιμων στις αρχές ανά πάσα στιγμή, η συμμετοχή του σε θεραπευτικά ή συμβουλευτικά προγράμματα ή προγράμματα απεξάρτησης. Για την επιβολή περιοριστικών όρων λαμβάνονται υπόψη ιδίως η βαρύτητα και η συχνότητα της πράξης, τα στοιχεία της προσωπικότητας και η επικινδυνότητα του δράστη και η υποτροπή. Απόσπασμα των ανωτέρω αποφάσεων, βουλευμάτων και διατάξεων, που επιβάλλουν περιοριστικούς όρους διαβιβάζεται αυθημερόν στον αρμόδιο για την εκτέλεσή τους Εισαγγελέα και κοινοποιείται αμελλητί στον καθ` ου, στο θύμα και στις διωκτικές αρχές.
2. Ο περιοριστικός όρος που έχει επιβληθεί σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να ανακληθεί, αντικατασταθεί ή τροποποιηθεί από το αρμόδιο δικαστικό όργανο που τον επέβαλε, με αίτηση αυτού στον οποίο επιβλήθηκε ή του θύματος, στην οποία αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους επιβάλλεται η ανάκληση, αντικατάσταση ή τροποποίησή του ή και αυτεπαγγέλτως αν εκλείψουν οι λόγοι επιβολής ή προκύψει λόγος αντικατάστασης του όρου. Το δικαστικό όργανο αποφαίνεται αφού ακούσει το θύμα και αυτόν στον οποίο επιβλήθηκε ο περιοριστικός όρος.
3. Το δικαστικό όργανο που είναι αρμόδιο κατά την παρ. 1 για την επιβολή, ανάκληση, αντικατάσταση ή τροποποίηση των περιοριστικών όρων, μπορεί να ζητήσει, συμβουλευτικά, τη γνώμη ψυχιάτρων, ψυχολόγων, κοινωνικών λειτουργών και άλλων επιστημόνων με ειδικές γνώσεις σε θέματα ενδοοικογενειακής βίας, εφόσον τα πρόσωπα αυτά εργάζονται σε δημόσιο φορέα ή σε ιδιωτικό φορέα που εποπτεύεται από τα Υπουργεία Εσωτερικών, Υγείας ή Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας.
4. Κατά της διάταξης του εισαγγελέα πρωτοδικών που επιβάλλει περιοριστικούς όρους, ο καθ` ου μπορεί να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του συμβουλίου πλημμελειοδικών εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση. Η προθεσμία αυτή και η άσκηση της προσφυγής δεν αναστέλλουν την ισχύ της διάταξης. Στο διατακτικό της τελευταίας μνημονεύονται ειδικά το δικαίωμα και η προθεσμία άσκησης προσφυγής. Όποιος παραβιάζει τον περιοριστικό όρο που του έχει επιβληθεί τιμωρείται με φυλάκιση. Το θύμα ενημερώνεται αμελλητί για την παραβίαση του περιοριστικού όρου της προσέγγισης του θύματος από την αρμόδια αστυνομική αρχή, εφόσον έχει περιέλθει σε γνώση της.
Β. Επιβολή περιοριστικών όρων ως παρεπόμενη ποινή
Σε αυτή την περίπτωση, οι περιοριστικοί όροι μπορούν να επιβληθούν μαζί με την καταδικαστική απόφαση, σύμφωνα με τα κατωτέρω οριζόμενα στο άρ. 10Α παρ. 2 Ν. 3500/2006:
Περιοριστικοί όροι που αποσκοπούν στην προστασία του θύματος, και ιδίως η απαγόρευση προσέγγισης και κάθε είδους επικοινωνίας με το θύμα και άτομα του συγγενικού του περιβάλλοντος, μπορούν να επιβληθούν από το δικαστήριο και ως παρεπόμενη ποινή με τη δημοσίευση της καταδικαστικής απόφασης, στην οποία καθορίζεται και η διάρκειά τους.
Γ. Επιβολή περιοριστικών όρων σε συνδυασμό με την αναστολή της ποινής
Προσοχή: Δεν υπάρχει δυνατότητα μερικής ή ολικής αναστολής της στερητικής της ελευθερίας ποινής που υπερβαίνει τα 2 έτη για αδικήματα που τελέστηκαν μετά την 29.01.2025 (άρ. 10Α§2 εδ. α΄ Ν. 3500/06, ως προστ. με άρ. 14 Ν. 5172/25).
Βλ. όμως την απόφαση ΜονΠλημΑθ 5550/2025 ως προς το γενικότερο ζήτημα της αντισυνταγματικότητας της νομοθετικής απαγόρευσης σε συγκεκριμένα αδικήματα χορήγησης αναστολής ή μετατροπής της ποινής ή χορήγησης ανασταλτικού αποτελέσματος στην έφεση.
Σε αυτή την περίπτωση, οι περιοριστικοί όροι μπορούν να επιβληθούν ως όροι για την μερική ή ολική αναστολή της επιβαλλόμενης ποινής, σύμφωνα με τα γενικώς προβλεπόμενα στα άρ. 99 παρ. 2-1 και 99 παρ. 5 εδ δ΄-α και 2 ΠΚ:
Το δικαστήριο μπορεί να προσδιορίσει τους όρους υπό τους οποίους παρέχεται η αναστολή εκτέλεσης της ποινής, οι οποίοι, διαζευκτικά ή σωρευτικά, είναι ιδίως: α) η αποκατάσταση του συνόλου ή μέρους της ζημίας που προκλήθηκε στο θύμα της αξιόποινης πράξης κατά το μέτρο των δυνατοτήτων του καταδικασθέντος, β) η αφαίρεση της άδειας οδήγησης για χρονικό διάστημα έως ένα (1) έτος, αν η πράξη συνδέεται με σοβαρή παραβίαση των κανόνων οδήγησης, γ) η καταβολή ποσού ύψους έως δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ για κοινωφελείς σκοπούς, δ) η εκπλήρωση υποχρεώσεων του καταδικασθέντος για διατροφή ή επιμέλεια άλλων προσώπων, ε) η συμμετοχή του καταδικασθέντος, εφόσον συναινεί, σε πρόγραμμα απεξάρτησης ή άλλο θεραπευτικό πρόγραμμα, στ) η συμμετοχή του καταδικασθέντος σε συνεδρίες με επιμελητή κοινωνικής αρωγής, ζ) η εμφάνιση στο αστυνομικό τμήμα, η) η απαγόρευση εξόδου από τη Χώρα.
Δ. Επιβολή περιοριστικών όρων σε συνδυασμό με το ανασταλτικό αποτέλεσμα της έφεσης
Προσοχή: Δεν έχει ανασταλτική δύναμη η έφεση κατά απόφασης που επιβάλλει στερητική της ελευθερίας ποινή που υπερβαίνει τα 2 έτη (άρ. 10Α§2 εδ. α΄ Ν. 3500/06, ως προστ. με άρ. 14 Ν. 5172/25).
Βλ. όμως τις αποφάσεις ΜονΠλημΑθ 5550/2025 και ΤριμΕφΚακΠειρ 393/2022 ως προς το γενικότερο ζήτημα της αντισυνταγματικότητας της νομοθετικής απαγόρευσης σε συγκεκριμένα αδικήματα χορήγησης ανασταλτικού αποτελέσματος στην έφεση.
Σε αυτή την περίπτωση, οι περιοριστικοί όροι μπορούν να επιβληθούν ως όροι για την ανασταλτική δύναμη της ασκηθησομένης έφεσης, σύμφωνα με τα γενικώς προβλεπόμενα στο άρ. 497 παρ. 5 ΚΠΔ:
Σε κάθε περίπτωση το δικαστήριο μπορεί να εξαρτήσει την ανασταλτική δύναμη της έφεσης από την επιβολή περιοριστικών όρων. Αν επιβληθεί ο περιοριστικός όρος της εγγυοδοσίας, εφαρμόζεται αναλόγως η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 295. Αν με την καταδικαστική απόφαση επιβλήθηκε ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης και το δικαστήριο κρίνει πως η έφεση έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα σύμφωνα με την παρ. 4, μπορεί να επιβάλλεται ως μοναδικός ή συνδυαστικά με άλλους, ο περιοριστικός όρος της ηλεκτρονικής επιτήρησης του κατηγορουμένου με τη χρήση τεχνολογίας εντοπισμού θέσης και κίνησης με αναλογική εφαρμογή του τρίτου, τέταρτου και πέμπτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 283.
05.
Ποινική διαμεσολάβηση
Στις υποθέσεις πλημμελημάτων ενδοοικογενειακής βίας, προβλέπεται η διαδικασία της ποινικής διαμεσολάβησης με σκοπό, υπό τον όρο εκπλήρωσης ορισμένων υποχρεώσεων από τον δράστη, την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ θύματος και δράστη και την αποφυγή της διαδικασίας ενώπιον Δικαστηρίου. Η διαδικασία αυτή δύναται να εφαρμοσθεί τόσο στο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης, ήτοι πριν από την άσκηση ποινικής δίωξης, είτε και στην περίπτωση που ασκήθηκε ποινική δίωξη με εφαρμογή της αυτόφωρης διαδικασίας, σύμφωνα με όσα κατωτέρω ορίζονται στα άρθρα 11 έως και 14 Ν. 3500/2006.
Άρθρο 11. Προϋποθέσεις
1. Στα πλημμελήματα ενδοοικογενειακής βίας ο αρμόδιος για την άσκηση ποινικής δίωξης εισαγγελέας ή ο αρμόδιος ανακριτικός υπάλληλος, ενεργώντας στο πλαίσιο της παρ. 2 του άρθρου 245 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, διερευνούν τη δυνατότητα διαμεσολάβησης κατά τη Διαδικασία των επόμενων άρθρων.
2. Προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας ποινικής διαμεσολάβησης είναι η υποβολή ανεπιφύλακτης δήλωσης εκ μέρους του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η τέλεση του εγκλήματος, ότι είναι πρόθυμο σωρευτικά:
α) Να υποσχεθεί ότι δεν θα τελέσει στο μέλλον οποιαδήποτε πράξη ενδοοικογενειακής βίας (λόγος τιμής) και ότι, σε περίπτωση συνοίκησης, δέχεται να μείνει εκτός οικογενειακής κατοικίας για εύλογο χρονικό διάστημα, εάν το προτείνει το θύμα. Για την υπόσχεση αυτή συντάσσεται έκθεση κατά τα άρθρα 148 επ. του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
β) Να παρακολουθήσει ειδικό συμβουλευτικό – θεραπευτικό πρόγραμμα ή πρόγραμμα απεξάρτησης για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας σε δημόσιο φορέα ή σε ιδιωτικό φορέα που εποπτεύεται από τα Υπουργεία Εσωτερικών, Υγείας ή Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, σε όποιον τόπο και για όσο χρονικό διάστημα κρίνεται τούτο αναγκαίο από τους αρμόδιους θεραπευτές. Ο υπεύθυνος του προγράμματος πιστοποιεί την ολοκλήρωση της παρακολούθησής του. Το σχετικό πιστοποιητικό επισυνάπτεται στον φάκελο της δικογραφίας. Αναφέρονται δε σε αυτό, αναλυτικά, το αντικείμενο του συμβουλευτικού – θεραπευτικού προγράμματος ή του προγράμματος απεξάρτησης και ο αριθμός των συνεδριών που παρακολούθησε ο ενδιαφερόμενος. Σε περίπτωση μη ολοκλήρωσης της παρακολούθησης του προγράμματος εφαρμόζεται η παρ. 3 του άρθρου 13.
γ) Να άρει ή να αποκαταστήσει, εφόσον είναι δυνατόν, αμέσως τις συνέπειες που προκλήθηκαν από την πράξη και να καταβάλει εύλογη χρηματική ικανοποίηση στον παθόντα, καθώς επίσης και αποζημίωση για την κάλυψη των άμεσων αναγκών αυτού. Αν αποδεδειγμένα προκύπτει, πως τόσο το πρόσωπο στο οποίο αποδίδεται η τέλεση του εγκλήματος, όσο και το θύμα βρίσκονται σε πρόδηλη οικονομική αδυναμία, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να αποζημιωθεί το θύμα σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο και υφίσταται η ανάγκη μετεγκατάστασης του θύματος και των ανήλικων τέκνων του σε ασφαλές περιβάλλον και κάλυψης βασικών βιοτικών αναγκών τους, προβλέπεται η καταβολή εφάπαξ ποσού αποζημίωσης προς το θύμα, η οποία καταβάλλεται δίχως καθυστέρηση από την Ελληνική Αρχή Αποζημίωσης του άρθρου 1 του ν. 3811/2009 (Α` 231) κατόπιν αίτησης του θύματος με αναλογική εφαρμογή του ανωτέρου νόμου. Η περ. δ` του άρθρου 9 του ν. 3811/2009, περί κατάχρησης δικαιώματος, εφαρμόζεται αναλόγως. Το Ελληνικό Δημόσιο υποκαθίσταται στα δικαιώματα του αποζημιωθέντος θύματος σε βάρος του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η τέλεση του εγκλήματος, μέχρι το ύψος του καταβληθέντος ποσού, την είσπραξη του οποίου επιδιώκει σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν. 4978/2022, Α` 190). Η αποζημίωση του θύματος από την Ελληνική Αρχή Αποζημίωσης, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο, δεν θίγει το δικαίωμα αποζημίωσής του από το πρόσωπο στο οποίο αποδίδεται η τέλεση του εγκλήματος, σύμφωνα με τα άρθρα 914 και 932 του Αστικού Κώδικα.
δ) Να προβεί σε κάθε άλλη ενέργεια αποκατάστασης ή μεταμέλειας που προτείνει το θύμα.
3. Αν το θύμα της ενδοοικογενειακής βίας είναι ανήλικος, η ποινική διαμεσολάβηση ενεργείται υπέρ αυτού και από κοινού από τον κατά τόπον αρμόδιο εισαγγελέα ανηλίκων και τον ασκούντα την επιμέλεια, εφόσον αυτός δεν είναι το ίδιο πρόσωπο με τον φερόμενο ως δράστη του εγκλήματος. Αν δεν υπάρξει ομοφωνία, η διαμεσολάβηση δεν είναι δυνατή. Ο ανήλικος που έχει συμπληρώσει το δέκατο τέταρτο έτος της ηλικίας του μπορεί, εφόσον το επιθυμεί, να παρίσταται κατ’ αυτήν και να ακούγεται. Τα πρόσωπα του πρώτου εδαφίου αντιπροσωπεύουν τον ανήλικο στη Διαδικασία της ποινικής διαμεσολάβησης και για τις αστικές αξιώσεις.
4. Οι σχετικές με την ποινική διαμεσολάβηση διατάξεις του παρόντος νόμου δεν εφαρμόζονται, αν ο φερόμενος ως δράστης της πράξεως ενδοοικογενειακής βίας είναι επίτροπος, δικαστικός συμπαραστάτης ή ανάδοχος γονέας του ανηλίκου.
5. Αν την πράξη ενδοοικογενειακής βίας σε βαθμό πλημμελήματος φέρεται να έχει τελέσει ανήλικος, εφαρμόζεται το άρθρο 46 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
Άρθρο 12. Διαδικασία
1. Αν σε βάρος του υπαιτίου κινηθεί η διαδικασία των άρθρων 417 επ. του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ποινική διαμεσολάβηση επιτρέπεται μόνον εφόσον το δικαστήριο αναβάλει την εκδίκαση της υπόθεσης κατά τις διατάξεις του άρθρου 424 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Στην περίπτωση αυτή, η σχετική διαδικασία χωρεί κατά τις παρ. 3 έως 6 του παρόντος άρθρου. Το δικαστήριο που αναβάλλει την εκδίκαση της υπόθεσης, για οποιαδήποτε αιτία, εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν συντρέχει περίπτωση να επιβληθούν στον υπαίτιο περιοριστικοί όροι κατά το άρθρο 18 του παρόντος νόμου.
2. Αν σε βάρος του φερόμενου ως δράστη ενεργείται προκαταρκτική εξέταση, ο εισαγγελέας, πριν από κάθε άλλη ενέργεια: α) μπορεί να διατάσσει τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης στο φερόμενο ως θύμα, προκειμένου να ερευνηθεί η βασιμότητα της καταγγελίας για την σε βάρος του τέλεση της πράξεως, β) εξετάζει ο ίδιος κάθε μάρτυρα που προτείνεται, καθώς και τα πρόσωπα της οικογένειας ή παραγγέλλει την εξέταση αυτών από τους αρμόδιους ανακριτικούς υπαλλήλους, και γ) καλεί το πρόσωπο στο οποίο αποδίδεται η τέλεση της πράξεως να παράσχει στον ίδιο ή στον αρμόδιο ανακριτικό υπάλληλο εξηγήσεις υπό τους όρους του άρθρου 31 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
3. Αν ο παρέχων εξηγήσεις δεν υποβάλει ο ίδιος, ή μέσω του συνηγόρου του, την κατά την παρ. 2 του άρθρου 11 δήλωση περί ποινικής διαμεσολάβησης, καλείται, προς τούτο, από τον αρμόδιο εισαγγελέα. Στην περίπτωση αυτή μπορεί να λάβει προθεσμία τριών (3) ημερών για να απαντήσει.
4. Αν η απάντηση του παρέχοντος εξηγήσεις είναι αρνητική ή αυτός δεν απαντήσει, κινείται η ποινική διαδικασία κατά τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Αν η απάντηση του παρέχοντος εξηγήσεις είναι θετική, ο εισαγγελέας ενημερώνει τον παθόντα ή τον συνήγορό του για την κατά τα ανωτέρω δήλωση του ενδιαφερομένου και, αν υποβληθεί σχετικό αίτημα, παρέχεται στον παθόντα προθεσμία, το πολύ τριών (3) ημερών, για να δηλώσει αν δέχεται τη διαμεσολάβηση.
5. Αν η απάντηση του παθόντος είναι αρνητική ή αυτός δεν απαντήσει ή δεν επέλθει συμφωνία ως προς τους όρους της περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 11, κινείται η ποινική διαδικασία κατά τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Αν η απάντηση του παθόντος είναι θετική, ο εισαγγελέας με διάταξή του θέτει τη δικογραφία σε ειδικό αρχείο της εισαγγελίας. Ο εισαγγελέας σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ενόψει του συμφέροντος και των αναγκών του θύματος, δύναται να μην δεχθεί τη συμφωνία των μερών για διαμεσολάβηση, με αιτιολογημένη διάταξή του, λαμβάνοντας υπόψη, ιδίως, κριτήρια, όπως η σοβαρότητα, η σκληρότητα τέλεσης και η κατά συρροή ή καθ` υποτροπή τέλεση του εγκλήματος, η εξακολουθητική παραβίαση της σωματικής, ψυχολογικής ή γενετήσιας ακεραιότητας του θύματος, ο βαθμός του ψυχικού τραύματος που του προκλήθηκε, οι ανισορροπίες συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ δράστη ή υπόπτου και θύματος, η ηλικία, η ωριμότητα ή η νοητική ικανότητα του τελευταίου, οι κίνδυνοι επανειλημμένης βίας ή σωματικής ή ψυχολογικής βλάβης ή κακοποίησης παιδιών ή χρήσης όπλων, καθώς, επίσης, και η κατάχρηση ναρκωτικών ή αλκοόλ, κατάσταση ψυχικής υγείας ή συμπεριφορά παρενοχλητικής παρακολούθησης από τον δράστη ή τον ύποπτο και εν γένει οποιοιδήποτε ισχυροί παράγοντες, που θα μπορούσαν να μειώσουν την ικανότητα του θύματος για συνειδητή επιλογή ή προδικάζουν αρνητικές συνέπειες σε αυτό. Σε κάθε περίπτωση, για τη διαμόρφωση της κρίσης του εισαγγελέα, μπορεί, αν κριθεί σκόπιμο, να διενεργείται προηγούμενη κλήτευση και ακρόαση των μερών, ενώ δύναται να ζητηθεί από αυτόν, συμβουλευτικά, η γνώμη των επιστημόνων που αναφέρονται στην παρ. 3 του άρθρου 18. Το πρόσωπο στο οποίο αποδίδεται η τέλεση της πράξης έχει δικαίωμα προσφυγής κατά της διάταξης του τρίτου εδαφίου στον αρμόδιο εισαγγελέα εφετών με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 52 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Αν ο εισαγγελέας εφετών, ο οποίος δύναται, αν το κρίνει σκόπιμο, να καλέσει τα μέρη να καταθέσουν έγγραφο υπόμνημα, δεχτεί την προσφυγή, παραγγέλλει τη θέση της δικογραφίας στο ειδικό αρχείο της εισαγγελίας, διαφορετικά την κίνηση της ποινικής διαδικασίας κατά τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και την καταστροφή του σχετικού υλικού με ανάλογη εφαρμογή της παρ. 5 του άρθρου 302 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
5Α. Ο εισαγγελέας δύναται, ύστερα από αίτημα του θύματος ή και αυτεπαγγέλτως και αφού εξετάσει νέα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία κατόπιν κλήτευσης και ακρόασης των μερών, να τροποποιήσει τους όρους της διαμεσολάβησης, τάσσοντας νέους όρους σύμφωνα με τα κριτήρια και τη διαδικασία της παρ. 5.
6. Αν τα πρόσωπα στα οποία αποδίδεται η τέλεση της πράξης είναι περισσότερα ή η φερόμενη ως τελεσθείσα πράξη αφορά περισσότερα θύματα, η δικογραφία χωρίζεται για τα μέρη που συναινούν και λαμβάνει αυτοτελή δικονομική πορεία σύμφωνα με τις επιμέρους διακρίσεις των παρ. 5 και 5Α.
7. Η συμφωνία των διαδίκων μερών για την κατά την παρ. 2 του άρθρου 11 του παρόντος έναρξη της διαδικασίας ποινικής διαμεσολάβησης μπορεί να υποβληθεί και με σχετικό πρακτικό εκ μέρους των συνηγόρων τους, στον αρμόδιο εισαγγελέα το αργότερο εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος. Στην τελευταία περίπτωση ο αρμόδιος εισαγγελέας αποσύρει τη δικογραφία από το πινάκιο προκειμένου να λάβουν χώρα οι ενέργειες της παρ. 5 του παρόντος.
Άρθρο 13. Ποινικές συνέπειες
1. Η διάταξη του εισαγγελέα που εκδίδεται κατόπιν ποινικής διαμεσολάβησης καταχωρίζεται σε ειδική μερίδα στο δελτίο ποινικού μητρώου και τηρείται για χρονικό διάστημα ίσο προς τον εκ του νόμου προβλεπόμενο χρόνο παραγραφής του εγκλήματος στο οποίο αφορά.
2. Αν ο ενδιαφερόμενος συμμορφωθεί προς τους όρους της ποινικής διαμεσολάβησης για χρονικό διάστημα τριών ετών, τότε η σχετική διαδικασία ολοκληρώνεται και εξαλείφεται η ποινική αξίωση της πολιτείας για το έγκλημα που αφορά.
3. Η διαπιστούμενη από τον εισαγγελέα υπαίτια μη ολοκλήρωση της ποινικής διαμεσολάβησης ή η άσκηση ποινικής δίωξης για αδίκημα του παρόντος που τελέστηκε κατά τη διάρκειά της, διακόπτει τη διαδικασία και προκαλεί την αναδρομική άρση των επελθόντων αποτελεσμάτων. Στην περίπτωση αυτή ο εισαγγελέας ανασύρει τη δικογραφία από το αρχείο, η δε ποινική διαδικασία συνεχίζεται κατά τις οικείες διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, χωρίς να επιτρέπεται πλέον η υποβολή νέου αιτήματος για ποινική διαμεσολάβηση τόσο για την ίδια υπόθεση όσο και για κάθε επόμενη με τον ίδιο δράστη. Το σχετικό υλικό τίθεται σε ειδικό αρχείο ενδοοικογενειακής βίας της εισαγγελίας για χρήση μόνο από εισαγγελικό λειτουργό.
4. Ενόσω διαρκεί η διαδικασία ποινικής διαμεσολάβησης, τελεί σε εκκρεμοδικία η πράξη στην οποία αυτή αφορά. Η άσκηση ποινικής δίωξης για πράξη για την οποία εξαλείφθηκε η ποινική αξίωση της πολιτείας, λόγω ολοκληρώσεως της διαδικασίας ποινικής διαμεσολάβησης, είναι απαράδεκτη. Η παραγραφή της πράξης αναστέλλεται μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας ποινικής διαμεσολάβησης.
5. Η άρνηση ενός εκ των διαδίκων μερών να δεχθεί τη διαμεσολάβηση ή η αποτυχία ολοκληρώσεώς της, για οποιαδήποτε αιτία, δεν επάγονται σε βάρος αυτών καμία αρνητική ουσιαστική ή δικονομική συνέπεια στην ποινική δίκη που επακολουθεί.
6. Στην παρ. 3 του άρθρου 574 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται στοιχείο γ΄, το οποίο έχει ως εξής: “γ) η διάταξη του εισαγγελέα που εκδίδεται κατόπιν ποινικής διαμεσολάβησης σε εγκλήματα ενδοοικογενειακής βίας”.
Άρθρο 14. Αστικές συνέπειες
1. Η συμφωνία των διαδίκων για την έναρξη της διαδικασίας της ποινικής διαμεσολάβησης δεν εμποδίζει την άσκηση αγωγής διαζυγίου ή την υποβολή αιτήσεως συναινετικής λύσης του γάμου, την πρόοδο της δίκης και τη λύση του γάμου ή τη λύση του συμφώνου συμβίωσης.
2. Η μη συμμόρφωση του φερόμενου ως δράστη προς τους όρους της ποινικής διαμεσολάβησης και η μη ολοκλήρωση της διαδικασίας έχει ως αποτέλεσμα την ανατροπή της συμφωνίας, όσον αφορά στις χρηματικές αξιώσεις του θύματος, οι οποίες αναβιώνουν αναδρομικά και μπορούν να αναζητηθούν κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξίας. Τα καταβληθέντα, λόγω της συμφωνίας, μπορούν να αναζητηθούν κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.
3. Μετά την ολοκλήρωση της ποινικής διαμεσολάβησης και τη συμμόρφωση του φερόμενου ως δράστη στους όρους της συμφωνίας, όσον αφορά στις χρηματικές αξιώσεις του θύματος, αποκλείεται η ανατροπή αυτής, εξ οιουδήποτε λόγου και η αναζήτηση των καταβληθέντων σε συμμόρφωση αυτής.
06.
Επιλεγμένη νομολογία
Στο παρόν τμήμα παρατίθεται επιλεγμένη νομολογία σχετικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή των επιμέρους διατάξεων του Ν. 3500/2006.
Έννοια μεθοδευμένης πρόκλησης έντονου σωματικού πόνου κατά τη διάταξη του άρ. 6 παρ. 4 Ν. 3500/2006
ΣυμβΠλημΑθ 3816/2024 (ΠοινΧρ 3/2025,227):
«Περαιτέρω, από το συνδυασμό της προαναφερόμενης διάταξης της παρ. 1 του άρ. 6 Ν. 3500/2006, με εκείνη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι: «Αν η πράξη της πρώτης παραγράφου συνιστά μεθοδευμένη πρόκληση έντονου σωματικού πόνου ή σωματικής εξάντλησης, επικίνδυνης για την υγεία, ή ψυχικού πόνου ικανού να επιφέρει σοβαρή ψυχική βλάβη, ιδίως με την παρατεταμένη απομόνωση του θύματος, επιβάλλεται κάθειρξη …», συνάγεται ότι η αντικειμενική υπόσταση της διακεκριμένης κακουργηματικής περίπτωσης της επικίνδυνης ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης μπορεί να τελεστεί: α) με μεθοδευμένη πρόκληση έντονου σωματικού πόνου ή β) με μεθοδευμένη πρόκληση σωματικής εξάντλησης επικίνδυνης για την υγεία ή γ) με μεθοδευμένη πρόκληση ψυχικού πόνου ικανού να επιφέρει σοβαρή ψυχική βλάβη. Πρόκειται για έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό, με την έννοια ότι οι περισσότεροι τρόποι πραγματώσεώς του μπορούν να εναλλαχθούν και σε περίπτωση συνδρομής περισσοτέρων τρόπων πραγματώνεται ένα μόνο έγκλημα. Επίσης, είναι έγκλημα αποτελέσματος. Ως αποτέλεσμα νοείται η πρόκληση του πόνου ή της επικίνδυνης για την υγεία εξάντλησης ή του ψυχικού πόνου ικανού να επιφέρει σοβαρή ψυχική βλάβη, και όχι η σωματική βλάβη ή βλάβη της υγείας, η οποία δεν είναι αναγκαία για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος σε καμία από τις πιο πάνω μορφές του. Στο πλαίσιο αυτό, στη νομοτυπική μορφή του ως άνω εγκλήματος δεν εμπίπτει κάθε σωματικός πόνος, αλλά μόνο ο σωματικός πόνος που προκαλείται μεθοδευμένα και είναι έντονος. Ο όρος «έντονος», ως αξιολογικό στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος, σημαίνει τον εκτεταμένο, το σφοδρό και γενικότερα τον σωματικό πόνο, που έχει ισχυρή επίδραση πάνω στις αισθήσεις του ανθρώπου. Ο όρος κρίθηκε προφανώς αναγκαίος, για να αποκλειστεί από την αντικειμενική υπόσταση κάθε ελαφρύς ή ασήμαντος σωματικός πόνος. Επιπλέον, ο όρος «μεθοδευμένη», κατά τη γραμματική του ερμηνεία σημαίνει μία πράξη, που γίνεται σχεδιασμένα με προγραμματισμένο τρόπο και όχι απαραίτητα με συστηματικότητα ως προς τη διάρκεια και την επανάληψή της ή την εναλλαγή των χρησιμοποιουμένων μέσων τελέσεως αυτής. Έτσι, η μεθόδευση δεν προϋποθέτει σε κάθε περίπτωση μακρά προετοιμασία ούτε την εξασφάλιση υποδομής ή άλλης οργάνωσης. Μεθοδευμένα τελείται μία πράξη ακόμα και όταν ο σχεδιασμός διαμορφώνεται την ίδια τη στιγμή της τέλεσής της (πρβλ. ΑΠ 638/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, σε σχέση με το άρ. 137Α ΠΚ, ως προς τις προαναφερθείσες έννοιες)».
Η διερεύνηση από τον εισαγγελέα της δυνατότητας ποινικής διαμεσολάβησης αποτελεί ειδική δικονομική προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής δίωξης
Έτσι και οι ΑΠ 756/2024 και ΑΠ 962/2024 (ιστοσελίδα Αρείου Πάγου)
ΣυμβΑΠ 497/2019 (ιστοσελίδα Αρείου Πάγου):
“Με τις διατάξεις των άρθρων 11-13 Ν. 3500/2006 θεσπίσθηκε ο θεσμός της ποινικής διαμεσολάβησης σε συμμόρφωση της Χώρας προς την απόφαση- πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως της 15.3.2001, σχετικά με το καθεστώς των θυμάτων σε ποινικές διαδικασίες. Αφετηρία της διαδικασίας ποινικής διαμεσολάβησης είναι είτε η έναρξη της προκαταρκτικής εξετάσεως, μετά από έγκληση του παθόντα ή καταγγελία τρίτου, είτε η κίνηση της διαδικασίας του αυτοφώρου. Πρώτη ενέργεια του Εισαγγελέα είναι η διερεύνηση της δυνατότητας ποινικής διαμεσολαβήσεως. Αρχικώς πρέπει να εξασφαλισθεί ότι τα διάδικα μέρη θα συμφωνήσουν να συνδιαλλαγούν, διαφορετικά η ποινική διαδικασία θα ακολουθείται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ν.3500/2006 και τους σκοπούς στους οποίους ο νόμος αυτός αποβλέπει, προκύπτει ότι η προηγούμενη διερεύνηση από τον αρμόδιο εισαγγελέα της δυνατότητας ποινικής διαμεσολάβησης, πριν ακολουθήσει την ποινική διαδικασία σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, έχει αναχθεί από τον νόμο σε ειδική δικονομική προϋπόθεση, για την έγκυρη άσκηση της προβλεπόμενης επί των ανωτέρω παραβάσεων ποινικής διώξεως. Αν δεν τηρηθεί η διαδικασία αυτή δεν μπορεί να ασκηθεί ποινική δίωξη και η τυχόν ασκηθείσα πάσχει από απόλυτη ακυρότητα (171 παρ. 1 β Κ.Ποιν.Δ.), η οποία αφορά την προδικασία και πρέπει, κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 173 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., να προτείνεται μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η παραπομπή“.
Υποχρέωση γνωστοποίησης διορισμού πραγματογνώμονα
ΣυμβΠλημΚοζ 61/2026 (ΠοινΔικ, 8-9/2026, σελ. 871 – 875):
Σε περίπτωση που στο πλαίσιο αυτόφωρης διαδικασίας διορισθεί πραγματογνώμονας, κατά τους ορισμούς του άρ. 227 ΚΠΔ, για την εξέταση του ανηλίκου θύματος ενδοοικογενειακής απειλής κατ’ άρ. 7§2 Ν. 3500/2006, πρέπει να λάβει χώρα έγγραφη γνωστοποίηση στον συλληφθέντα κατηγορούμενο αναφορικά με τον διορισμό και τα στοιχεία του πραγματογνώμονα, προκειμένου και εκείνος να προβεί σε αντίστοιχο διορισμό τεχνικού συμβούλου ή ενδεχομένως σε αίτηση εξαίρεσης της πραγματογνώμονα, διαφορετικά κηρύσσεται άκυρη η έκθεση διορισμού πραγματογνώμονα – παιδοψυχολόγου, η έκθεση ορκοδοσίας του πραγματογνώμονα, η έκθεση αντιληπτικής ικανότητας και ψυχικής κατάστασης ανηλίκου του πραγματογνώμονα και η χωρίς όρκο κατάθεση του ανηλίκου παθόντος με την παρουσία πραγματογνώμονος – παιδοψυχολόγου.
Απευθείας παραπομπή στο ακροατήριο με παράκαμψη της ενδιάμεσης διαδικασίας τόσο των κακουργημάτων του άρ. 6 Ν. 3500/2006 όσο και των κακουργημάτων των άρθρων 299, 311, 336 και 338 ΠΚ, εφόσον ως θύμα αυτών φέρεται μέλος της οικογένειας ή πρόσωπο που δέχεται τις υπηρεσίες του φορέα παροχής κοινωνικής μέριμνας
Ίδια άποψη εκφράστηκε και με το ΣυμΠλημΑθ 944/2025 (ΠοινΔικ 8-9/2025, σελ. 871-872).
Βλ. αντίθετη άποψη με εκτενέστατη αιτιολογία σε ΣυμβΕφΛάρισας 181/2025 (ΠοινΔικ 12/2025, σελ. 1264-1267).
ΣυμβΑΠ 630/2026 (ιστοσελίδα Αρείου Πάγου):
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 3500/2006, ως τροπ. με άρ. 117 και 138§1 Ν. 5090/2024, “Για τον παρόντα νόμο θεωρείται: 1. Ενδοοικογενειακή βία, η τέλεση αξιόποινης πράξης, σε βάρος μέλους της οικογένειας ή σε βάρος προσώπου που δέχεται τις υπηρεσίες φορέα παροχής κοινωνικής μέριμνας στον οποίο ο δράστης εργάζεται, σύμφωνα με τα άρθρα 6, 7 και 9 του παρόντος και τα άρθρα 299, 311, 336 και 338 του Ποινικού Κώδικα […]. 3. θύμα ενδοοικογενειακής βίας, κάθε πρόσωπο της προηγούμενης παραγράφου σε βάρος του οποίου τελείται αξιόποινη πράξη κατά τα άρθρα 6, 7, και 9 του παρόντος. Θύμα είναι και το μέλος, στην οικογένεια του οποίου τελέσθηκε αξιόποινη πράξη, κατά τα άρθρα 299, 311, 336 και 338 του Ποινικού Κώδικα, καθώς και ο ανήλικος κατά την παρ. 2, ενώπιον του οποίου τελείται μία από τις αξιόποινες πράξεις της παρούσας”, ενώ κατά το άρ. 10Α§5 εδ. β΄ Ν. 3500/2006, ως προστ. με άρ. 14 Ν. 5172/2025 “5. […] Η διαδικασία του άρθρου 309 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, περί περάτωσης κύριας ανάκρισης, κατ’ εξαίρεση εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις κακουργημάτων του παρόντος νόμου, ανεξαρτήτως του καθ’ ύλην αρμοδίου δικαστηρίου παραπομπής”. Με την παραπάνω διάταξη εισάγεται εξαίρεση στον κανόνα του άρθρου 309 ΚΠΔ, κατά τον οποίο η διαδικασία αυτή (παραπομπή στο ακροατήριο με σύμφωνη γνώμη Εισαγγελέα Εφετών και Προέδρου Εφετών), εφαρμόζεται μόνο όταν η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του μονομελούς ή τριμελούς εφετείου και όχι όταν η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του Μικρού Ορκωτού Δικαστηρίου, οπότε ακολουθείται η διαδικασία του άρθρου 308 ΚΠΔ. Κατά την αιτιολογική έκθεση του Ν. 5172/2025 “στην παρ. 5 προβλέπεται, η κατ’ απόλυτη προτεραιότητα διεξαγωγή της προδικασίας και της εκδίκασης των υποθέσεων ενδοοικογενειακής βίας. Επιπλέον και για την ταχύτερη παραπομπή και εκδίκαση της υπόθεσης στο ακροατήριο, προβλέπεται η παράκαμψη της ενδιάμεσης χρονοβόρας διαδικασίας των δικαστικών συμβουλίων κατ’ εφαρμογή της ισχύουσας διάταξης του άρθρου 309 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Εξάλλου, οι εν λόγω υποθέσεις δεν ενέχουν σοβαρές αποδεικτικές δυσχέρειες και συμπίπτει η βούληση κατηγορούμενου και θύματος, για την ταχεία περάτωση της ψυχοφθόρας προδικασίας και εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο”. Από το συνδυασμό δε των παραπάνω διατάξεων προκύπτει με σαφήνεια ότι, στα “κακουργήματα του παρόντος νόμου”, που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 10Α§5 εδ. β’ Ν. 3500/2006, περιλαμβάνονται όλα τα κακουργήματα στα οποία αναφέρεται ο Ν. 3500/2006, δηλαδή και αυτά που μνημονεύονται στο άρθρο 1§1, επομένως και τα κακουργήματα των άρθρων 299, 311, 336 και 338 ΠΚ, εφόσον θύμα αυτών φέρεται μέλος της οικογένειας ή πρόσωπο που δέχεται τις υπηρεσίες του φορέα παροχής κοινωνικής μέριμνας, στον οποίο εργάζεται ο δράστης και δεν περιλαμβάνονται μόνο τα κακουργήματα των οποίων η νομοτυπική μορφή περιγράφεται στον ίδιο νόμο, δηλαδή τα κακουργήματα του άρθρου 6 αυτού και η δικονομική μεταχείριση όλων αυτών των κακουργημάτων, τα οποία αναφέρονται ρητά ως κακουργήματα ενδοοικογενειακής βίας, θα είναι όμοια. Τη βούλησή του δε αυτή ο νομοθέτης, την αποτύπωσε σαφώς και στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 5172/2025. Η άποψη αυτή εναρμονίζεται πλήρως και με τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 3500/2006, ότι η “παροχή αυξημένης προστασίας στην οικογένεια […] υλοποιείται, εκτός των άλλων ρυθμίσεων, και με την υπαγωγή στην έννοια της ενδοοικογενειακής βίας των εγκλημάτων της ανθρωποκτονίας από πρόθεση και της θανατηφόρας σωματικής βλάβης”. Η αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή ως “κακουργήματα του παρόντος νόμου”, νοούνται μόνο τα αναφερόμενα στο άρθρο 6 Ν. 3500/2006, είναι προδήλως εσφαλμένη και τούτο προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του Ν. 5172/2025, σύμφωνα με την οποία το άρθρο 10Α προστέθηκε “προκειμένου να ρυθμιστεί περαιτέρω η διαδικασία ποινικής αντιμετώπισης των εγκλημάτων ενδοοικογενειακής βίας, τα οποία συχνά προκαλούνται από κίνητρα έμφυλων στερεοτύπων και ενέχουν ιδιαίτερη σφοδρότητα, στρεφόμενα συνήθως εναντίον ανίσχυρων ομάδων, όπως οι γυναίκες, τα παιδιά και οι ηλικιωμένοι” και η ανάγκη αυτή, υφίσταται όχι μόνο για τα κακουργήματα του άρθρου 6, αλλά και γι’ αυτά που προβλέπονται στο άρθρο 1. Περαιτέρω και από τη γραμματική ερμηνεία της συγκεκριμένης ρύθμισης, προκύπτει ότι η φράση “κακουργήματα του παρόντος νόμου” αφορά στα “κακουργήματα, στα οποία αναφέρεται ο παρών νόμος” και όχι μόνο στα “κακουργήματα των οποίων η νομοτυπική μορφή περιγράφεται στον παρόντα νόμο”. Επιπλέον, δεν υφίσταται σοβαρό κριτήριο διαφορετικής δικονομικής μεταχείρισης των κακουργημάτων του άρθρου 6 από αυτά του άρθρου 1, η διαφοροποίηση δε μεταξύ τους έγκειται στο ότι για μεν τα κακουργήματα του άρθρου 6 περιγράφεται στο Ν. 3500/2006 μέρος της νομοτυπικής τους μορφής, ενώ γι’ αυτά του άρθρου 1 απαιτείται προσφυγή στις σχετικές διατάξεις του ΠΚ.

